Σε απόσταση περίπου τεσσάρων χιλιομέτρων νότια του Ριζοβουνίου, στον λόφο “Καστρί”, απλώνεται ένας αρχαιολογικός θησαυρός που συναρπάζει τους επισκέπτες με την πλούσια ιστορία του. Η ανθρώπινη παρουσία στο Καστρί χρονολογείται από την Προϊστορική περίοδο, αλλά η ακμή του φαίνεται να είναι στην Ελληνιστική εποχή.
Ο αρχαιολογικός χώρος αναδεικνύει ένα οχυρωμένο πόλισμα που συνορεύει με την αρχαία Κασσωπαία και συνδέεται με τους Βατίες, μια αποικία των Ηλείων. Το οχυρωματικό έργο, μήκους 1.499 μέτρα, ακολουθεί τις ισοϋψείς γραμμές του λόφου, περιβάλλοντας έκταση περίπου 100 στρεμμάτων. Κατασκευασμένο με πολυγωνικό σύστημα τοιχοποιίας από ντόπιο ασβεστόλιθο, το τείχος πλαισιώνεται από 9 πύργους, ενισχύοντας την αμυντική του ικανότητα.
Η βόρεια πύλη και οι πυλίδες, καθώς και οι πηγές της “Πριάλας”, αποτελούσαν σημεία επικοινωνίας του οικισμού, ενώ το υδραγωγείο μετέφερε νερό από τις πηγές του Αγ. Γεωργίου στη Ρωμαϊκή μητρόπολη. Η ιστορία του Καστρί συνδέεται με τις Βατίες, οι οποίες μετά το 31 π.Χ. συνδέθηκαν με τη Νικόπολη.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα εντός των τειχών περιλαμβάνουν τα λείψανα ιδιωτικών και δημοσίων κτιρίων, καθώς και δεξαμενές για την αποθήκευση νερού. Το Καστρί διατήρησε τη σημασία του και στην Ύστερη Αρχαιότητα, με επισκευές και προσθήκες στην οχύρωση.
Τον 17ο αιώνα, κατασκευάζεται η Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ένα μεγάλο ναό που αποτελεί μέρος της Ιεράς Μονής Καστριού. Το μοναστήρι εξακολουθεί να αποτελεί κέντρο ενδιαφέροντος κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας, ενώ το 1670 κατασκευάζεται και τοιχογραφείται το καθολικό της, μαρτυρώντας την πνευματική ζωή της περιοχής.
Η περίοδος μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου σηματοδοτεί την υπαγωγή του μοναστηριού στην Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία Ηλιοβουνίων, ενώ ο βομβαρδισμός από τα Γερμανικά στρατεύματα το 1944 οδήγησε στην εγκατάλειψή του. Παρ’ όλα αυτά, ο αρχαιολογικός πλούτος του Καστρί παραμένει ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά του Θεσπρωτικού.


